ΑΣ ΣΤΑΜΑΤHΣΟΥΜΕ ΜΕ ΗΜIΜΕΤΡΑ ΝΑ ΔIΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤYΠΩΣΗ ΤΟΥ « ΕIΜΑΙ ΦΤΩΧOΣ, ΠΛHΝ ΤIΜΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΣΤΡΙΚOΣ»,ΚΑΙ ΑΣ ΒAΛΟΥΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛO ΜΑΣ ΝΑ ΔΟΥΛEΨΕΙ ΠΩΣ ΝΑ ΑΥΞHΣΟΥΜΕ ΩΣ ΔHΜΟΣ ΤΑ EΣΟΔA ΜΑΣ.
Αρχές της δεκαετίας του
’80 η Λάρνακα έκανε µεγάλα βήµατα στο life style της.
«Μοντέρνο», «ροκ»,
«ευρωπαϊκό», «προχωρηµένο».
Ό,τι θέλεις διάλεξε.
Τότε, ήµασταν σίγουροι ότι θα γίνουµε ο προορισµός αν όχι ο οφαλός της γης.
Ξέφτισε η βεβαιότητα τη δεκαετία του ’90, αλλά όλοι ήθελαν να πιστεύουν ότι
κάτι θα συµβεί, κάπου θα πάρουµε πυρκαγιά και ό,τι είναι άσχηµο θα καεί και οι
«κακαουσκιές» θα θαφτούν στις Φοινικούδες.
Μετά, ήρθε η περίοδος της
χλιδής. Τότε που τα εικοσάλιρα κυκλοφορούσαν σαν πετσετάκια και τα Hermès και τα Dolce κατάντησαν σήµα
κατατεθέν της βλαχιάς.
Ήταν η εποχή που ο
νεόπλουτος έγραψε µε τον πιο ηχηρό τρόπο και µε την πιο µικρή διάρκεια τη δική
του ιστορία σ’ αυτό τον τόπο.
Άνοιξαν µοντέρνα
εστιατόρια, ράφτηκαν κοστούµια επί παραγγελία, ρίχτηκαν τόνοι λουλουδιών στο Venus, γέµισε η Λάρνακα Mercedes και Porsche και ξαφνικά ήρθε
το ξεφούσκωµα. Η τρίτη φάση: η σηµερινή.
Επιστρέψαµε µάλλον εκεί
όπου βρισκόµασταν. Και εκεί όπου θα είµαστε για αρκετό καιρό.
Στην πόλη που δεν γίνεται
τίποτα ή που νοµίζουµε ότι γίνεται. Που
έχει ένα περίεργο τρόπο να σου χαλάει και τη µέρα και τη νύχτα. Γιατί
απλούστατα, όλα όσα συµβαίνουν εδώ και πολλά χρόνια είναι κατεβαστικά. Χωρίς
χρώµα, χωρίς φαντασία.
Κανένα σηµείο αναφοράς
που να τονώσει την ασθενική µας αστική υπερηφάνεια. ∆εν έχεις τίποτα να βάλεις
στη ζυγαριά -πλην µερικών φωτεινών εξαιρέσεων που φοβάµαι στο τέλος θα βαρεθούν
και αυτοί- για να τη σηκώσεις αφού µονόπλευρα, στο ένα ζύγι έχουν θρονιαστεί το
κηφιναριό, η ανικανότητα, οι κόντρες, η φτηνή πολιτική. Όταν η ίδια ∆ηµοτική
«µηχανή» δεν προβλέπει πειθαρχικό γι’ αυτούς που νιώθουν ότι µας κάνουν χάρη
κάθε πρωί που πρέπει να παρερευθούν στη δουλειά τους. Όταν η φαντασία µάς
εγκαταλείπει και µια σταλιά τόπο δεν µπορούµε να τον κάνουµε παράδεισο. Η Λάρνακα
είναι άσχηµη. Την κάνουµε άσχηµη, γιατί από µόνη της είχε και έχει όλα εκείνα
τα φυσικά γνωρίσµατα που θα την έκαναν σηµείο αναφοράς.
Καµιά ιδέα όµως δεν
κυκλοφορεί στον αέρα. Ίσως συµβαίνει και κάτι χειρότερο. ∆εν σε αφήνει να έχεις
καµιά ιδέα για κάτι αλλιώτικο.
Αυτό ακριβώς είναι που
κάνει την πόλη πτώµα αυτή την περίοδο. Το γεγονός ότι δεν έχουµε ιδέες και
κυρίως, δεν έχουµε άποψη για το πώς θα έπρεπε να ζούµε.
Ας σταµατήσουµε να
µαγκώνουµε µπροστά στην ιδέα του µεγάλου αστικού οράµατος. Μέχρι να υλοποιήσουµε
ότι µεγάλο τροχοδροµήσαµε ας φροντίσουµε να κάνουµε τη Λάρνακα πόλη των
διακοπών. Όπου πρώτα εµείς θα περνάµε καλά και µετά οι επισκέπτες. Ας δώσουµε
χρώµα στην πόλη, ύψος στα κτίρια, πεζοδροµοποίηση του κέντρου, ας φροντίσουµε
για την κατασκευή πολυώροφων χώρων
στάθµευσης, ας δηµιουργήσουµε ωραίες καφετέριες, µίνι εσπρέσσο µπαρς,
συντριβάνια στο κέντρο, street show, καλόγουστο αστικό εξοπλισµό.
Ας πολεµήσουµε για την
απόκτηση καζίνο, καλών ξενοδοχείων, ωραίων εστιατορίων. Ας σταµατήσουµε µε ηµίµετρα
να δίνουµε την εντύπωση του « είµαι φτωχός, πλήν τίµιος και παστρικός»,και ας
βάλουµε το µυαλό µας να δουλέψει πώς να αυξήσουµε ως ∆ήµος τα έσοδά µας.
Είµαστε µια χαρά πόλη,
µικρή και τριανταφυλλένια, µε άριστη αστική προοπτική την επόµενη πενταετία.
Έχουµε όλες τις
δυνατότητες να περνούµε ζάχαρη αρκεί να το καταλάβουµε. Αλλά για αυτό θα πρέπει
πρώτα να απαντήσει κάποιος: “Ποιο είναι
το ωραίο και ποιος το ψάχνει σε αυτή την πόλη”;
Για να καταλάβω
δηλαδή....
Ναι, έχω µια µελαγχολία!
Γιατί τελικά θα µας
µείνει ως ωραίο µόνο αυτό που µπορεί να κάνει ο καθένας για τον εαυτό του και
τον µικρόκοσµό του, το σπίτι του, την δουλειά του, τα παιδιά του.
Γι΄αυτό µελαγχολώ!
ΧΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 23 του περιοδικού PRIMA τον Φεβρουάριο του 2007
Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 23 του περιοδικού PRIMA τον Φεβρουάριο του 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου